Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Λεξικό παλαιότερης τοπικής διαλέκτου



Πόσοι από εμάς, όταν είμαστε παιδιά, δεν παραξενευόμασταν ακούγοντας τους παππούδες, τις γιαγιάδες μας και αραιά και που από τους γονείς μας , να προφέρουν περίεργες λέξεις που δεν μάθαμε  στο σχολείο; Είναι νομίζω καιρός να  καταγράψουμε αλφαβητικά,  και να θυμηθούμε   μερικές λέξεις   από το τοπικό λεξιλόγιο των προγονών μας ....  
Αγανός= λεπτός
Αποσταίνω= κουράζομαι
Απίστομα = Ανάποδα
Απόγιομα = Απόγευμα
Αυγατίζω = τα κάνω περισσότερα
Αρτύθηκε = διέκοψε τη νηστεία
Ανάκαρα = πνοή, αντοχή, κουράγιο
Αναπιάνω =Ετοιμάζω το προζύμι
Αλύχτισμα = γαύγισμα σκύλου ή αλεπούς
Αλωνάρης = Ιούλιος
Αλάργα = Μακριά
Αλλαξιά= σύνολο ένδυσης για κάθε ντύσιμο
Απίστωμα = Μπρούμητα
Αράδα = Σειρά
Αρίδα = Πόδι
Αρτένομαι = Δεν νηστεύω

Άφτο = Άφησέ το

Βολύμι = μολύβι
Βολά = μια φορά
Βασταγούρι = γάιδαρος
Βρισιά = καταπότης
Βαγένι = μεγάλο βαρέλι που μάζευε το νερό της πηγής ή του ποταμού να περνάει μέσα από το νερόμυλο
Βρέμα = ειδική σάλτα ντομάτας  για τηγανιτά ψαριά , πατάτες κ.α.
Βιλάρι = τόπι βαμβακερού  υφάσματος για σεντόνια


Γνέμα = το νήμα του πλεξίματος
Γέννημα = Σιτάρι
Γιούκος =


Διπλάρια =  δίδυμα
Διακονιάρης = ζητιάνος


Επιστρόφια = μετά το γάμο η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο σπίτι της νύφης
Έρεψε = Έλιωσε

Ζωντανά = τα ζώα
Ζουλάπι= άγριο ζώο ( μετ. ύπουλοι άνθρωποι )


Ζέχνω = βρωμάω
Ζούδι = ονομασία για ερπετά ή έντομα

Ήφερα = έφερα


Θεούρι = Μεγάλο 
Θεριστής = Ιούνιος
Θέλημα = ελαφρά δουλειά, μια εξυπηρέτηση

Ισακάτου = ευθεία κάτου
Ισαπάνου = ευθεία πάνω
Ισαπέρα = ευθεία πέρα


Κουβέλι = η κυψέλη του μελισσιού
Κανείνε = δεν είδα κανέναν
Kοκάρι = το μικρό κρεμμύδι που το είχαν  για φύτεμα
Κριάς = κρέας

Καθίγκλα = ξύλινη καρέκλα
Κόλπος = συμφόρηση, ημιπληγία
Κοκολόγια = λίγες ελιές, όχι λάδια
Κωλοτούμπα= τούμπα στον αέρα
Καπίστρι = το χαλινάρι στα ζώα
Καντούνι = σοκάκι, στενός δρόμος
Κωλώνω = μετανιώνω και κάνω πίσω
Κυβούρι = Τάφος
Kόπανος = το ξύλο που κοπάνιζαν τις κουβέρτες τα χαλιά , αλλά και τη μπουγάδα
Κοντογούνι = το κοντό παλτό , το κοντό σακάκι κ.α.
Κούπωμα = καπάκι
Κουπώνω = σκεπάζω
Κούτελο = Μέτωπο
Κουρούπι = είδος πήλινου δοχείου ( αγγείο), στο οποίο συνήθως φυλάσσονταν διάφορα στερεά προϊόντα
Κούκος = αντρικό δερμάτινο σκουφί
Kόρα= το εξωτερικό μέρος του ψωμιού , κρούστα
Κασόνι = είδος ξύλινου φορητού αποθηκευτικού χώρου  (Ντουλάπι)


Λαλούδι = λουλούδι
Λαχίδα = ένα κομμάτι γη που συνήθως ήταν χωρισμένο με πέτρινο τοίχο  
Λίγδα  = η βρώμια
Λούρα = η βέργα
Λογίδα = τούφα από τα μαλλιά
Λάκα = Επίπεδο τμήμα εδάφους

Λακάω = Τρέχω
Λεμαριά



Μπούζι = παγωμένο
Μπονόρα = από  νωρίς
Μαθές = Bέβαια ή φυσικά ή λοιπόν
Μποστάνι  = λαχανόκηπος
Μουντός= σκούρος, σκοτεινός ( το λέγανε για τον καιρό ή τον ουρανό . μετφ. Για ανθρώπους )
Μάπα = λάχανο
Πατάκα = πατάτα
Μπατανία = μάλλινη κουβέρτα αργαλειού που το υλικό ύμφασης ήταν το μαλλί των ζώων
Μπασιά =οι επισκέψεις στο σπίτι
Μάνταλο= είδος σύρτη
Μαγάρα = κατεργάρα , κλεψιά
Μπόλκα = ανδρικό μάλλινο σακάκι
Μισοφόρι ή μεσοφόρι = είδος γυναικείου εσωρούχου
Μπελερίνα  = είδος γυναικείου ρούχου , όπως περίπου είναι η  εσάρπα
Μαραγκουλιασμένο = Το πολύ γινωμένο φρούτο
Ματσούκι = Το ρόπαλο, μεταφορικά  ο ξυλοδαρμός
Μελεούνι =  Το μεγάλο πλήθος (εντόμων κ.α. )
Μεσάντρα =   Εσωτερικός τοίχος σπιτιού που φτιαχνόταν από σανίδες ή καλάμια.
Μπροστύτερα = Νωρίτερα
Μπρίσκαλο = Το άγουρο σύκο
Μπουμπουλώνομαι = Σκεπάζω το κεφάλι μου 
Μπαϊλντίσα = Κουράστηκα πολύ σωματικά ή ψυχικά
Ντράβαλα = μπλέξιμο σε  φασαρία
Νιτερέσι = συμφέρον
Νάκα = φορητή κούνια για τη μεταφορά των  μωρών


Ξερνοβολάω = κάνω εμετό
Ξαποσταίνω = Ξεκουράζομαι

Ολάκερος = ολόκληρος
Ούλος = όλος


Πασέτο = μέτρο
Παστρικός = καθαρός
Πιτουρίζει = βρέχει σιγανά , ψιχαλίζει
Πάφιλας = λεπτό μεταλλικό έλασμα ορείχαλκου
Παλιοδουλειά = δραστηριότητα από ηθική άποψη μη επιλήψιμη


Ρουφιά = γουλιά
Ρούγα = γειτονιά


Ρούπωσα = Χόρτασα

Σάματις = μήπως
Σαμαροσκούτι = το ύφασμα του σαμαριού
Σαρωματίνα  = Σκούπα για τις αυλές των σπιτιών , φτιαγμένη από ένα είδος αφάνας ( πόα )
Σκουτί = ρούχο
Σούμπιτος =Ολόκληρος
Στανιό = Ζόρι
Στένεψη = Δυσφορία
Στεφάνι = Γκρεμός
Σκουτέλα
Σκούζω = Φωνάζω
Σιαπέρα = Προς τα εκεί
Σκιαζάρια = Σκιάχτρα

Σκιά = Συκιά
Σέμπρος = Συνέταιρος σε διαφορές δουλειές
Σεμπριά = Συνεργασία σε διάφορες δουλιές
Σεργούνι = περίγελος


Τάραμα = αναστάτωση, θυμός
Ταχιά – αύριο
Τραβιχτά
Τετράδη= η Τετάρτη

Τέντα = Ανοικτά ( έμεινε το σπίτι τέντα )
Τσεμπέρι = γυναικεία μαντίλα
Τηράου= βλέπω
Τσουράπια = κάλτσες

Φτενός = λεπτός, στενός
Φούρκα= ξύλινος μυτερός πάσσαλος που τον χρησιμοποιούσαν για το φράξιμο των λαχανόκηπων
Φρούσαλα = πολύ μικρά  και ψιλά ξυλά
Φουσκί=κοπριά ζώων

Χαγιάτι  = η σκεπαστή ξύλινη βεράντα
Χαζήρικο = έτοιμο
Χόχολη = η ζεστή στάχτη του τσακιού
Χαμπηλό = χαμηλό
Χαμπέρι = είδηση
Χουγιάζω=μαλώνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου